Κλείστε ραντεβού ή επικοινωνήστε με την παθολόγο και αντιμετωπίστε οποιοδήποτε παθολογικό πρόβλημα, άμεσα και αποτελεσματικά.

Ωράριο Λειτουργίας : Δευτέρα εως Παρασκευή 09:00-14:00
  Επικοινωνία : 210 4222215, κιν. 6906898200

Συχνές Ερωτήσεις

Για οποιαδήποτε επιπλέον πληροφορία η διευκρίνηση μην διστάσετε να μας καλέσετε στα τηλέφωνα επικοινωνίας.

Τι εξετάσεις πρέπει να κάνω και κάθε πότε

Οι εξετάσεις που ακολουθούν συνιστώνται για άτομα δίχως προβλήματα υγείας. Εάν διαπιστωθεί κάποιο πρόβλημα, τη συχνότητα των εξετάσεων θα καθορίσει ο θεράπων γιατρός.

1. ΣΤΟ ΑΙΜΑ
– Για λιπίδια (χοληστερίνη, τριγλυκερίδια), σάκχαρο. Από 6 ετών και έπειτα κάθε 5 χρόνια
– Γενική αίματος, για ουρία, κρεατινίνη, ουρικό οξύ, χολερυθρίνη, τρανσαμινάσες, CRP. Σε κάθε ηλικία, κάθε 2 χρόνια

2. ΣΤΑ ΟΥΡΑ
– Γενική ούρων από 6 μηνών και έπειτα κάθε 1-2 χρόνια

3. ΙΑΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΞΤΑΣΗ
– Σε κάθε ηλικία, κάθε χρόνο

4. ΕΛΕΓΧΟΣ ΠΝΕΥΜΟΝΩΝ
– Για τους μη καπνιστές ακτινογραφία θώρακος μετά τα 45 έτη, κάθε 2-3 χρόνια
– Για τους καπνιστές, σπειρομέτρηση κάθε χρόνο από την ηλικία έναρξης του καπνίσματος και ετήσια ακτινογραφία θώρακος μετά την ηλικία των 35

5. ΔΕΡΜΑ (για μελάνωμα)
– Από την ηλικία των 20 ετών αυτοεξέταση ελιών κάθε 6-8 εβδομάδες
– ΕΛΕΓΧΟΣ ΜΕ ΤΗ ΜΕΘΟΔΟ ABCD (που αντιστοιχούν στα 4 σημεία που δηλώνουν κίνδυνο εξαλλαγής μιας ελιάς)

A. Asymmetry (ασυμμετρία του σχήματος)
B. Border (ανώμαλα όρια)
C. Color (αλλαγή χρώματος)
D. Diameter (αύξηση ή μείωση του μεγέθους)

6. ΚΑΡΔΙΑ
– Εκτίμηση δεκαετούς καρδιαγγειακού κινδύνου, στην ηλικία των 20 ετών και μετά την ηλικία των 40 ετών κάθε 5 χρόνια
– Μέτρηση αρτηριακής πίεσης, από 6 μηνών και κάθε 6 μήνες

7. ΚΑΡΚΙΝΟΙ
– ΠΑΧΥ ΕΝΤΕΡΟ
Από 50 ετών ετήσιος έλεγχος αιμοσφαιρίνης κοπράνων, σιγμοειδοσκόπηση ανά 5 χρόνια, κολονοσκόπηση ανά 10 χρόνια
– προστάτης
Από 50 ετών, ετήσιος έλεγχος με δακτυλική εξέταση και εξέταση PSA
– ΜΑΣΤΟΣ
Κλινική εξέταση ανά 3 χρόνια στις γυναίκες 20-40 ετών, κατ’ έτος από την ηλικία των 40 ετών. Μαστογραφία κάθε 1-2 χρόνια από την ηλικία των 40 ετών
– TΡΑΧΗΛΟΣ ΜΗΤΡΑΣ
Παπ-τεστ, από 21 ετών κάθε χρόνο

8. ΜΑΤΙΑ
– Οφθαλμολογική εξέταση μετά τη γέννηση, 6 μηνών, 3 ετών, πριν από το σχολείο, 40 ετών και μετά τα 60 έτη κάθε 1-2 χρόνια

Τι εξετάσεις πρέπει να κάνω για τους πνεύμονες

Το αναπνευστικό μας σύστημα αντέχει και δεν χρειάζεται συχνά έλεγχο εάν δεν το καταστρέφουμε καπνίζοντας. Αυτό επισημαίνει ο πνευμονολόγος, αναπληρωτής καθηγητής Φυσιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Παναγιώτης Μπεχράκης και συμβουλεύει: «Για τους υγιείς και τους μη καπνιστές συνιστάται μια ακτινογραφία θώρακα κάθε 2-3 χρόνια μετά την ηλικία των 45 ετών.»

Δεν χρειάζεται να ξεκινά ενωρίτερα ή να γίνεται συχνότερα εάν δεν έχει κάποιος συμπτώματα ή επιβαρυμένο ιστορικό, δεν εκτίθεται επαγγελματικά σε ρύπους και η κλινική εξέταση με το στηθοσκόπιο από τον γιατρό του δεν έχει δείξει κάτι παθολογικό. Η εξέταση αυτή στον γιατρό όμως πρέπει να γίνεται από την ηλικία των 35 ετών, κάθε χρόνο».

Τα δεδομένα αλλάζουν εντελώς για όσους καπνίζουν: «Η σπειρομέτρηση είναι απαραίτητη κάθε χρόνο για τους καπνιστές από την ηλικία κατά την οποία αρχίζουν να καπνίζουν» τονίζει ο κ. Μπεχράκης. «Στους καπνιστές είναι απαραίτητη η ετήσια ακτινογραφία θώρακος μετά την ηλικία των 35-40 ετών. Στην παρακολούθηση των ασθενών με κάποια αναπνευστική νόσο (χρόνια βρογχίτιδα, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, υπνική άνοια κ.ά.), οι οδηγίες για εξετάσεις πρέπει να εξατομικεύονται ανάλογα με τη βαρύτητα του προβλήματος».

Οσον αφορά τον θυρεοειδή αδένα, τα διεθνή επιστημονικά όργανα δεν συνιστούν προληπτικό έλεγχο με υπερηχογράφημα σε κάποια ηλικία αναφέρει η ενδοκρινολόγος, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Μαρία Αλεβιζάκη. «Αυτό στο οποίο όμως καταλήγουν είναι ότι χρειάζεται εξέταση της ορμόνης TSH στο αίμα κατά την εγκυμοσύνη» προσθέτει.

 

Ποιές εξετάσεις είναι αποτελεσματικές για τη διάγνωση καρκίνου

1. Για τον καρκίνο του μαστού, κλινική εξέταση ανά τριετία για τις ηλικίες 20-40 ετών και κατ’ έτος από την ηλικία των 40 ετών. Από την ηλικία των 40 ετών συνιστάται μαστογραφία. Η σχετική οδηγία για μαστογραφικό έλεγχο αμφισβητήθηκε πρόσφατα όσον αφορά την ετήσια διεξαγωγή του, με συστάσεις για μικρότερη συχνότητα ελέγχων

2. Για τον καρκίνο του παχέος εντέρου, από την ηλικία των 50 ετών πρέπει να γίνεται ετήσιος έλεγχος αιμοσφαιρίνης κοπράνων, σιγμοειδοσκόπηση ανά πενταετία και κολονοσκόπηση ανά δεκαετία

3. Για τον καρκίνο του προστάτη, συνιστάται από την ηλικία των 50 ετών ετήσιος έλεγχος με δακτυλική εξέταση και έλεγχος του ειδικού προστατικού αντιγόνου (PSA). Στις οδηγίες επισημαίνεται η ανάγκη συζήτησης με τον θεράποντα ιατρό για τους περιορισμούς του ελέγχου PSA. Η δοκιμασία PSA συχνά ανιχνεύει νεοπλασίες ιδιαίτερα καλής πρόγνωσης και οδηγεί σε θεραπευτικές παρεμβάσεις που ενδεχομένως δεν θα ήταν αναγκαίες και μπορεί να έχουν αρνητικές συνέπειες στην ποιότητα ζωής.

4. Για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας επιβάλλεται ο ετήσιος έλεγχος με τεστ Παπανικολάου τρία χρόνια μετά την έναρξη των σεξουαλικών σχέσεων και σε κάθε περίπτωση πριν από την ηλικία των 21 ετών. Από την ηλικία των 30 ετών, οι γυναίκες με τρία διαδοχικά αρνητικά τεστ Παπανικολάου μπορεί να εξετάζονται ανά 3 έτη, με τεστ Παπανικολάου και έλεγχο για DNA του ιού των κονδυλωμάτων.

 

Ποιά είναι η θεραπεία για την υπερλιπιδαιμία

Ισχύει γενικά ότι υπολογίζεται το συνολικό ατομικό προφίλ (κινδύνου), το οποίο καθορίζει τη θεραπευτική αντιμετώπιση αντί για τις τιμές μεμονωμένων εργαστηριακών παραμέτρων.
Μέτρα προσαρμογής του τρόπου ζωής αρχικά (διατροφή, σωματική άσκηση, διακοπή καπνίσματος, αλκοόλ). Αυτή είναι η βάση της συνολικής αντιμετώπισης των διαταραχών των λιπιδίων.
Φαρμακολογική θεραπεία

Τι είναι η υπερλιπιδαιμία

Η υπερλιπιδαιμία είναι η αύξηση των λιπιδίων (χοληστερόλη, τριγλυκερίδια, HDL-χοληστερόλη, LDL- χοληστερόλη) του αίματος και αποτελεί ένα από τα συχνότερα προβλήματα που απασχολούν το κοινωνικό σύνολο.
Χοληστερόλη-ορού:
Ήπια υπερχοληστερολαιμία: 200-250 mg/dL.
Μέτρια υπερχοληστερολαιμία: 251-290 mg/dL.
Σοβαρή υπερχοληστερολαιμία: > 290 mg/dL.

Επιθυμητά επίπεδα είναι:
Χοληστερόλη < 200 mg/dL.
LDL < 130 mg/dL.
Τριγλυκερίδια < 150 mg/dL.
HDL > 45 mg/dL σε άντρες, > 55 mg/dL σε γυναίκες.
ApoB < 90 mg/dL.
ApoB/ApoA-1 < 0,8 σε άντρες, < 0,7 σε γυναίκες.

Επιθυμητά επίπεδα σε ασθενείς με
πολύ υψηλό κίνδυνο για καρδια-/αγγειακή νόσο:
Χοληστερόλη < 170 mg/dL.
LDL < 100 mg/dL
(Σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές κατευθυντήριες οδηγίες
< 70 mg/dL σύμφωνα με τα παρακάτω).

Ποιά ειναι τα συμπτώματα του διαβήτη

Στα αρχικά στάδια της νόσου συνήθως δεν εμφανίζονται καθόλου συμπτώματα και μάλιστα μπορεί ακόμη και για χρόνια μετά την εκδήλωση της νόσου ένας ασθενής να μην έχει αντιληφθεί ότι πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη. Στον διαβήτη τύπου Ι, η νόσος συνήθως εισβάλει απότομα και συχνά η πρώτη εκδήλωσή της μπορεί να είναι η ανάπτυξη διαβητικής κετοξέωσης, με ναυτία, εμετό, κοιλιακό πόνο και απώλεια συνείδησης. Στον διαβήτη τύπου ΙΙ, η νόσος εισβάλλει βαθμιαία, η συμπτωματολογία λείπει τελείως και ο ασθενής αισθάνεται υγιής. Τα κυριότερα συμπτώματα της νόσου είναι η πολυδιψία (έντονη δίψα), η πολυουρία (και ειδικότερα κατά τις βραδινές ώρες), η πολυφαγία, η οποία όμως συνοδεύεται από απώλεια και όχι από αύξηση βάρους (εξαιτίας της ανικανότητας των κυττάρων να προσλάβουν γλυκόζη), ο κνησμός, η συχνή εξάντληση χωρίς ιδιαίτερη σωματική δραστηριότητα, η δυσκολία επούλωσης των πληγών και τέλος οι συχνές φλεγμονές και λοιμώξεις.

Τι είναι ο σακχαρώδης διαβήτης

Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μεταβολική ασθένεια η οποία χαρακτηρίζεται από αύξηση της συγκέντρωσης του σακχάρου στο αίμα (υπεργλυκαιμία) και από διαταραχή του μεταβολισμού της γλυκόζης, των λιπιδίων και των πρωτεϊνών, είτε ως αποτέλεσμα ελαττωμένης έκκρισης ινσουλίνης είτε λόγω ελάττωσης της ευαισθησίας των κυττάρων του σώματος στην ινσουλίνη. Η ινσουλίνη είναι μια ορμόνη που εκκρίνεται από το πάγκρεας και είναι απαραίτητη για τη μεταφορά της γλυκόζης που λαμβάνεται από τις τροφές, μέσα στα κύτταρα. Όταν το πάγκρεας δεν παράγει αρκετή ινσουλίνη ή η ινσουλίνη που παράγει δεν δρα σωστά, τότε η γλυκόζη που λαμβάνεται από τις τροφές δεν εισέρχεται στα κύτταρα ώστε να έχουν την απαραίτητη ενέργεια για τη λειτουργία τους και παραμένει στο αίμα με αποτέλεσμα την αύξηση των επιπέδων της και άρα την εκδήλωση της νόσου. Από τι προκαλλείται ο σακχαρώδης διαβήτης;

Τι πρέπει να κάνει ενα υπερτασικό άτομο για να αντιμετωπίσει την αυξημένη αρτηριακή πίεση

Και εδώ υφίσταται ο 10λογος για την αντιμετώπιση της αρτηριακής πίεσης.
1.Περιορισμός όσον το δυνατόν περισσότερο της πρόσληψης νατρίου (μαγειρικό αλάτι, διάφορες σόδες κ.λ.π.).
2.Ρύθμιση του σωματικού βάρους στο φυσιολογικό.
3.Μείωση των ζωικών και κεκορεσμένων λιπών στην διατροφή του.
4.Αντικατάσταση των παραπάνω τροφών με ψάρια, χορταρικά και φρούτα.
5.Αποφυγή της υπερβολικής χρήσης οινοπνεύματος.
6.Αύξηση σωματικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια των καθημερινών του ενασχολήσεων ή προγραμματισμένη άσκηση (σε γυμναστήρια, γήπεδα κλπ).
7.Διακοπή του καπνίσματος. H μείωση δεν θεωρείται ικανοποιητικός τρόπος αντιμετώπισης.
8.Έλεγχος της καθημερινής σωματικής και ψυχικής καταπόνησης (αποφυγή stress).
9.Έλεγχος και των υπόλοιπων προδιαθεσικών παραγόντων για εμφάνιση νόσου του καρδιαγγειακού συστήματος (ρύθμιση του επιπέδου χοληστερίνης, παρακολούθηση του σακχάρου του αίματος, απώλεια βάρους ).
10.Καρδιολογική παρακολούθηση και εργαστηριακή τεκμηρίωση κάθε 6 ή 12 μήνες το αργότερο, με υπερήχους καρδιάς και για τις περιπτώσεις με μεγάλη διακύμανση της αρτηριακής πίεσης, 24ώρη μελέτη με φορητές συσκευές μετρήσεως της (holter πιέσεως).

Τι φοβούμαστε να μας συμβεί απο την υψηλή αρτηριακή πίεση

Η ΑΥ όταν παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς αντιμετώπιση, ιδίως όταν συνυπάρχουν και άλλοι παράγοντες, όπως κάπνισμα, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, μπορεί να προκαλέσει αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, στεφανιαία νόσο, καρδιακή ανεπάρκεια, ανεύρυσμα αορτής, νεφρική ανεπάρκεια.

Ποιές είναι οι φυσιολογικές τιμές της αρτηριακής πίεσης

Βάσει τόσον της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Υπερτάσεως όσο και της Αμερικάνικης Εταιρείας οι τιμές της πίεσης έχουν ορισθεί ως εξής:
– Συστολική < 140mmHg
– Διαστολική < 90 mmHg
Οι τιμές από 130 έως 140 mmHg για την συστολική, και από 85 έως 90 mmHg για την διαστολική έχουν χαρακτηρισθεί ως προυπέρταση.
Άρα: Η ιδανική άρτηριακή πίεση για τα σημερινά δεδομένα είναι <130 mmHg η μεγάλη, <80 mmHg η μικρή. Να σημειωθεί ότι για τους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη η συστολική πίεση πρέπει να είναι ακόμη πιο χαμηλή (μεταξύ 120 και 130 mmHg).

Πότε λέμε οτι ένα άτομο πάσχει από αυξημένη αρτιριακή πίεση ή αρτιριακή υπέρταση

Αρτηριακή πίεση είναι η πίεση που ασκεί το αίμα μας στην καρδιά και στα αγγεία ή γενικότερα στο κυκλοφορικό μας σύστημα. Όταν αυτή η πίεση είναι αυξημένη τότε λέμε ότι έχουμε ένα άτομο με αρτηριακή υπέρταση.

Τι εννοούμε όταν λέμε μεγάλη και μικρή πίεση

Η αρτηριακή πίεση διακρίνετε: 1) στην πίεση κατά τη διάρκεια που η καρδιά ευρίσκεται στη συστολική φάση και αυτή είναι η μεγάλη ή συστολική πίεση και 2) στην πίεση κατά τη διάρκεια της διαστολικής φάσης και αυτή η πίεση είναι η μικρή ή διαστολική πίεση.

Ποιός εχει πρόσβαση στο αρχείο για την υγεία μου

Οποιαδήποτε προσωπική πληροφορία η οποία λαμβάνει χώρα κατά την διάρκεια των επισκέψεων σας, θεωρείται απολυτά εμπιστευτική από τον ιατρό και ισχύει το δικαίωμα του απορρήτου του πελάτη. Σε περιπτώσεις όμως, που απειλείται τόσο η σωματική υγεία του πελάτη, όσο και τρίτων προσώπων, ο νόμος δίνει το δικαίωμα στον ιατρό για λόγους ασφάλειας και προστασίας, να κάνει χρήση συγκεκριμένων πληροφοριών.